Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Ουρεόπλασμα

Το ουρεόπλασμα είναι ένας  παθογόνος μικροοργανισμός, που αποικίζει τα γεννητικά όργανα. Η μόλυνση από ουρεόπλασμα γίνεται με άμεση επαφή με πάσχοντα άνθρωπο, κυρίως:
1.  Μέσω συνουσίας ή στοματικού sex( Αποτελεί την κυριότερη οδό μετάδοσης).
2.  Από μολυσμένα κρεβάτια ή στα πλαίσια γυναικολογικής εξέτασης στην οποία δεν έχουν τηρηθεί σχολαστικά οι  σωστοί κανόνες υγιεινής.
3.  Μέσω μολυσμένων μοσχευμάτων.
Τα βρέφη επιμολύνονται κατά τον τοκετό με την διάβασή τους από μολυσμένη γεννητική οδό.
Το ουρεόπλασμα πολλές φορές δεν προκαλεί βλάβες, συμβιώνοντας ομαλά με τον οργανισμό. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, μετά την αρχική μόλυνση αναπτύσσονται τσούξιμο, κνησμός, πόνος, δυσουρία, δυσφορία στην ουρήθρα, εκκρίσεις ουρήθρας, που μπορεί να λεκιάζουν τα εσώρουχα.
Τα συμπτώματα οφείλονται σε ανάπτυξη φλεγμονής (κολπίτιδα, ουρηθρίτιδα, τραχηλίτιδα, σαλπιγγίτιδα). Περιστασιακά, η έναρξη είναι πιο οξεία και σοβαρή, με σοβαρή δυσουρία, άφθονες πυώδεις εκκρίσεις, άνοδο της θερμοκρασίας του σώματος. Η συμπωματική νόσος μετά τη μόλυνση είναι συχνότερη σε άντρες.
    Ανεξαρτήτως συμπτωμάτων μετά την αρχική προσβολή, μπορεί να εμφανιστούν σε ευαίσθητα άτομα μια ποικιλία επιπλοκών όπως:
•      Στειρότητα, υπογονιμότητα
•      Προσβολή αρθρώσεων που μπορεί να είναι αντιδραστική ή να οφείλεται σε άμεση προσβολή της άρθρωσης από το ουρεόπλασμα
•      Υποτροπιάζουσες φλεγμονές γεννητικών οργάνων με αυξημένες εκκρίσεις γεννητικών οργάνων, τσούξιμο, κνησμό
•      Προσβολή καρδιακής βαλβίδας
•      Γενικευμένη ανοσολογική αντίδραση με  επιπεφυκίτιδα, αρθρίτιδα, ουρηθρίτιδα-τραχηλίτιδα, εκτεταμένες βλεννογονοδερματικές βλάβες (σύνδρομο Reiter).
Οι επικίνδυνες επιπλοκές σε άτομα που πάσχουν από σοβαρά υποκείμενα νοσήματα του ανοσοποιητικού (π.χ. λευχαιμία), είναι συχνότερες και σοβαρότερες. Τα βρέφη που μολύνονται κατά την γέννηση μπορεί να εκδηλώσουν σοβαρή πνευμονοπάθεια.
    Σήμερα υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία  με αντιβιοτικά.

Περισσότερα από 20% των νεογέννητων και κυρίως μη τελειόμηνα νεογνά μπορεί να αποικισθούν από Ureaplasma.Ο αποικισμός υποχωρεί συνήθως στους 3 μήνες.
Διάγνωση
Η εξέταση μπορεί να γίνει σε κολπικό-τραχηλικό υγρό, οφθαλμικό υγρό, αίμα, σπέρμα, ούρα, ιστό περιόδου και αμνιακό υγρό, όπου στο εργαστήριο εφαρμόζοντας τη μέθοδο της ποσοτικής PCR να ανιχνεύθει με μεγάλη ευαισθησία  > 95% η ύπαρξη του βακτηρίου Ureaplasma urealyticum στο δείγμα.
Θεραπεία
Η θεραπεία δεν είναι απαραίτητη σε όσους φέρουν το μικρόβιο. Οι ασθενείς που πάσχουν από ασθένειες που προκαλούνται από το γένος Mycoplasma ή Ureaplasma θα πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά. Αντίθετα, ασθενείς που διαπιστώνεται ότι αποίκισαν έναν από τους οργανισμούς αυτούς, αλλά που δεν έχουν κλινικές εκδηλώσεις, δεν απαιτούν θεραπεία. Λαμβανομένης όμως υπόψη της δυσκολίας για να τεθεί η διάγνωση της παθογόνου λοίμωξης που σχετίζεται με τα μυκοπλάσματα, οι ασθενείς συχνά αντιμετωπίζονται εμπειρικά.

Ass Prof Dr med Νίκος Μακρίδης MD,PhD
Ειδικός Παιδίατρος
Διδάκτωρ πανεπιστημίου Βιέννης-Αυστρίας
Επίκουρος Καθηγητής Παιδιατρικής,Παιδιατρικής αιματολογίας,Παιδιατρικής ογκολογίας St. Georges University of London Medical School, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
http://drmakrides.blogspot.com.cy

drmakrides@cablenet.com.cy

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου